θάνατος

Αρχαιοελληνική θεότητα, προσωποποίηση του θανάτου. Σύμφωνα με τον Ησίοδο ήταν γιος του Ερέβους και της Νύχτας και αδελφός του Ύπνου. Ο ίδιος αναφέρει ότι ο Θ. κατοικούσε στον Τάρταρο, είχε σιδερένια καρδιά και ήταν ανελέητος και σκληρός με τους ανθρώπους. Στην Ιλιάδα, ο Θ. εμφανίζεται ως δίδυμος αδελφός του Ύπνου με τον οποίο μετέφερε τον νεκρό Σαρπηδόνα στη Λυκία. Οι ορφικοί τον θεωρούσαν αδελφό της Λήθης και ο Σοφοκλής τον αναφέρει και ως Αιώνιο Ύπνο (αιένυπνος), γιο του Ταρτάρου και της Γαίας. Η αναφορά του Θ. ως υπηρέτη του Πλούτωνα και η γενικότερη σύνδεσή του με τον κόσμο των νεκρών προκάλεσε αργότερα τη συχνή ταύτισή του με τον Άδη, τον Χάροντα, τον δαίμονα Ευρύνομο ή τις Κήρες. Ανεξάρτητα από τη θέση του στις επίσημες θρησκευτικές αντιλήψεις των αρχαίων, η μορφή του Θ. διαπλάστηκε περισσότερο μέσα από τη λαϊκή παράδοση που τον χαρακτήρισε μαύρο, πικρό, αλόγιστο, άκριτο κλπ., μισητό από τους θεούς και τους ανθρώπους. Η προσωποποίηση του Θ. απαντάται συχνά στα έργα των δραματικών ποιητών της αρχαιότητας. Ο Ευριπίδης τον αποκαλεί «βασιλιά των νεκρών» ενώ στον Αίαντα του Σοφοκλή, ο ήρωας τον καλεί ως λυτρωτή. Η προσωποποίηση του Θ. αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, ένα στοιχείο ασφάλειας ή εξορκισμού του, αφού στην Άλκηστη του Φρυνίχου, ο Ηρακλής μονομαχεί μαζί του και τον νικά. Τέλος, ο Αισχύλος τον αναφέρει ως θεό ο οποίος δεν εξευμενίζεται με βωμούς, θυσίες, ύμνους και σπονδές. Άλλωστε, η μοναδική μαρτυρία για την ύπαρξη μνημείου αφιερωμένου στον Θ. είναι αυτή του Παυσανία που αναφέρεται σε ένα άγαλμά του στη Σπάρτη. Ωστόσο, άλλες παραστάσεις του απαντούν σε πήλινα αγγεία, επιτύμβιες στήλες, σαρκοφάγους και λάρνακες όπως εκείνη της λάρνακας του Κυψέλου. Επιπροσθέτως, συχνές αναφορές σε αυτόν συναντώνται σε επιτύμβια επιγράμματα. Ο Θ. εικονίζεται κυρίως ως νέος με ήρεμη και γλυκιά φυσιογνωμία, πανομοιότυπος με τον δίδυμο αδελφό του Ύπνο, ή σαν φτερωτό, κοιμισμένο παιδί που κρατάει ανάποδα μία σβησμένη δάδα. Άλλες φορές όμως εικονίζεται σαν γενειοφόρος άντρας, με χλωμή μορφή και άγρια ή πικρή έκφραση. Η παράσταση του Θ. με τη μορφή του σκελετού εμφανίστηκε, για πρώτη φορά, κατά τα ρωμαϊκά χρόνια και από τότε διατηρήθηκε η ίδια. Οι αρχαίες λαϊκές παραδόσεις που αφορούσαν τον Θ. διατηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό και στους σύγχρονους λαϊκούς θρύλους οι οποίοι αναφέρονται στον Χάροντα καθώς και σε πολλά δημοτικά τραγούδια και δίστιχα.
* * *
ο (AM θάνατος)
1. οριστική παύση όλων τών λειτουργιών που χαρακτηρίζουν τη ζωή ενός ολοκληρωμένου ζωικού ή φυτικού ατόμου, η οποία προέρχεται από φυσικό ή βίαιο τρόπο (α. «πάντα θανάτοι, δυστυχιές και θρήνοι», Σολωμ. β. «θάνατον ἤ βίον φέρει», Σοφ.)
2. η θανατική ποινή («θάνατον καταγιγνώσκω τινός» — καταδικάζω κάποιον σε θάνατο, Θουκ.)
νεοελλ.
1. παύση τής πνευματικής ζωής, νέκρωση τών διανοητικών λειτουργιών («θάνατος τού λογικού»)
2. πολύ θλιβερό ή ολέθριο γεγονός («η οικονομική καταστροφή ήταν θάνατος γι' αυτόν»)
3. φρ. α) «πολιτικός θάνατος» — η στέρηση όλων τών πολιτικών δικαιωμάτων
β) «ηθικός θάνατος» — η απώλεια τής κοινωνικής υπόληψης και τιμής
γ) «λυπημένος μέχρι θανάτου» — αυτός που κατέχεται από υπερβολική λύπη και κινδυνεύει κατά κάποιον τρόπο να πεθάνει από αυτή
δ) «τόν μισώ μέχρι θανάτου» — μισώ κάποιον τόσο ώστε να ποθώ τον θάνατό του
ε) «είναι μεταξύ ζωής και θανάτου» — παλεύει με τον θάνατο ή βρίσκεται κοντά σε μεγάλη καταστροφή
στ) «είναι για θάνατο» — δεν υπάρχουν ελπίδες διασώσεώς του
ζ) «σιγή θανάτου» — απόλυτη σιωπή
η) «ο θάνατος σου η ζωή μου» — λέγεται γι' αυτούς που βρίσκονται σε μεγάλο ανταγωνισμό
θ) «γίνομαι τού θανάτου» ή «κείτομαι τού θανάτου» — κοντεύω να πεθάνω
ι) «πεθαίνω τού θανάτου μου» — πεθαίνω από φυσικό θάνατο
ια) «βάνω κάποιον εις θάνατο» ή «δίνω σε κάποιον θάνατο» — σκοτώνω κάποιον
μσν.
επιδημία, θανατικό
αρχ.
1. το πτώμα, ο νεκρός
2. στον πληθ. οἱ θάνατοι
τρόποι θανάτου
3. φρ. α) «τήν ἐπί θανάτῳ ἔξοδον ποιοῡμαι» — πηγαίνω για εκτέλεση
β) «θανάτῳ ἡ ζημία επίκειται» — η ποινή είναι θάνατος (Ισοκρ.)
4. ως κύριο όν. ὁ Θάνατος
δίδυμος αδελφός τού Ύπνου («Ὕπνῳ... κασιγνήτῳ Θανάτοιο», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. θάνα-τος < θανᾰ- που αποτελεί την απαθή και συνεσταλμένη μορφή τής αρχικής δισύλλαβης μακρόφωνης ρίζας *θανᾱ-. Απαντά επίσης θ. θνᾱ-/θνη-(μηδενισμένη και απαθής μορφή τής ίδιας ρίζας) στα τέ-θνη-κα, θνη-τός, καθώς και θ. θνᾰ- (μηδενισμένη και συνεσταλμένη μορφή τής ρίζας) στα τέ-θνᾰ-μεν, τε-θνᾱναι. Σύμφωνα όμως με τη λαρυγγική θεωρία, η λ. θάνατος εμφανίζει τη συνεσταλμένη μορφή dh°nә2- μιας αρχικής μονοσύλλαβης ρίζας *dhneә2
> θηᾱ-, βάσει τής οποίας σχηματίστηκε και θ. θνᾰ- που απαντά στα τέ-θνα-μεν, τε-θνᾰ-ναι. Από το θ. τού παρακμ. προήλθε υστερογενώς ο ενεστ. θνῄσκω ή θνήσκω. Στον πεζό λόγο τής Ιωνικής-Αττικής το ρήμα απαντά μόνο στον παρακμ. χωρίς πρόθεση, ενώ στους άλλους χρόνους σύνθετο συνήθως με την πρόθεση απο- (πρβλ. αποθνήσκω), από τον αόρ. απέθανε τού οποίου προήλθε ο νεοελλ. ενεστ. πεθαίνω*. Οι λέξεις αυτής τής οικογένειας συνδέονται, εξάλλου, με αρχ. ινδ. αόρ. a-dhvanī-t «έσβησε, εξαφανίστηκε», μτχ. dhvān-ta- «σκοτεινός», ενώ η χρήση αυτών τών λέξεων με σημ. «πεθαίνω» θα προερχόταν με ευφημισμό. Από το θ. θνᾱ- (ιων. θνη) προήλθε επίσης το ρηματ. επίθ. θνητός (σε αντίθεση προς το αθάνατος) και το ίδιο θέμα μαρτυρείται εν συνθέσει ως β' συνθ. με τη μορφή -θνής (πρβλ. ανοροθνής, ημιθνής, λιμοθνής, νεοθνής, χειμοθνής), ενώ το θ. -θαν- με τη μορφή -θανής (πρβλ. αρτιθανής, ημιθανής
αρχ.
αειθανής, αθανής, αωροθανής, δισθανής, δυσθανής, επιθανής, κοινοθανής, νεοθανής, τρισθανής).
ΠΑΡ. θανάσιμος, θανατικός, θανατώνω (-ώ)
αρχ.
θανατιώ, θανατόεις, θανατώ, θανατώδης
(αρχ.-μσν) θανατήσιος
νεοελλ.
θανατάς.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. θανατοφόρος
μσν.
θανατογραφή
(Β συνθετικό) αθάνατος, αργοθάνατος, βιαιοθάνατος, ετοιμοθάνατος, κακοθάνατος, μελλοθάνατος, πεισιθάνατος
αρχ.
αξιοθάνατος, αυτοθάνατος, αωροθάνατος, βιαθάνατος, βραδυθάνατος, δυσθάνατος, επιθάνατος, ευθάνατος, ευθυθάνατος, ιδιοθάνατος, ισαθάνατος, ισοθάνατος, οξυθάνατος, ταχυθάνατος
νεοελλ.
αγουροθάνατος, αδικοθάνατος, γοργοθάνατος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θάνατος — ο смерть, гибель: ηθικός θάνατος нравственное падение; η τριπλή μορφή του θανάτου: πνευματικός, σωματικός, αιώνιος тройная форма смерти: духовная, телесная, вечная Этим. дргр. θανατός < санскр. a dhvani t «исчез, сгорел», dhvan ta «темный» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Θάνατος — death masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θάνατος — ο 1. κατάσταση ενός οργανικού όντος όταν σταματούν όλες οι λειτουργίες του: Φυσιολογικός θάνατος. – Βίαιος θάνατος. – Βρήκε ένδοξο θάνατο. 2. χαρακτηρισμός γεγονότος πολύ θλιβερού: Η αποτυχία του γιου του ήταν γι αυτόν θάνατος. 3. νέκρωση:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Θάνατος κύνειος. — См. Собаке собачья смерть …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Δὶς κράμβη ϑάνατος. — δὶς κράμβη ϑάνατος. См. Пета бяху стара песня! …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • αιφνίδιος θάνατος — Ο απρόοπτος και σύντομος θάνατος που οφείλεται σε κάποια άγνωστη φαινομενικά, εσωτερική παθολογική ή φυσιολογική αιτία. Το ποσοστό των α.θ. στο σύνολο των θανάτων είναι σχετικά μικρό. Από πλευράς φύλου περισσότερο ευπρόσβλητο είναι το αντρικό,… …   Dictionary of Greek

  • Κυνικὸς θάνατος. Παρόσον οἱ κύνες οὐ θαπτονται. — См. Собаке собачья смерть …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ТАНАТОС —    • Θάνατος,          Mors, олицетворение смерти. У Гомера бог смерти не имеет еще определенной формы. Чаще всего смерть называется θάνατος; к этому названию иногда прибавляются определения, так, напр., для выражения смерти как естественного… …   Реальный словарь классических древностей

  • Θανάτω — Θάνατος death masc nom/voc/acc dual Θάνατος death masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θανάτω — θάνατος death masc nom/voc/acc dual θάνατος death masc gen sg (doric aeolic) θανατόω put to death pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) θανατόω put to death imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.